Η μάχη της Κρήτης στην Μαχαιρά, το οδοιπορικό της Ειρήνη Μπαντουβά - Μελά

Του Χρήστου Μελά, Καθηγητή του Ελληνικού Μεσογειακού Πανεπιστημίου και μέλος του Σωματείου Αγωνιστών Εθνικής Αντίστασης Κρήτης «Ομάδας Μπαντουβάδων»

Η Ρένα Μπαντουβά – Μελά, ήταν κόρη του Υπαρχηγού της Εθνικής Αντίστασης Κρήτης – ομάδων Μπαντουβάδων, Καπετάν Χρήστου Ζαχαρία Μπαντουβά και της δασκάλας Ζωής Αγιομυργιανάκη. Γεννήθηκε στις 3/2/1933 στο χωριό Άνω Ασίτες Μαλεβυζίου και βίωσε ως παιδί από την ηλικία εννέα ετών τις θηριωδίες των Γερμανών στη Μάχη της Κρήτης αλλά και την μετέπειτα Γερμανική κατοχή.

Σε όλη την περίοδο της κατοχής μετακινόντουσαν με τη μητέρα της, η οποία ήταν επίσης επικηρυγμένη από τους Γερμανούς, από χωριό σε χωριό, από μητάτο σε μητάτο, από βουνό σε βουνό και κρυβόταν καθώς η σύλληψή τους θα είχε ως μοιραίο αποτέλεσμα την παράδοση και εκτέλεση του Καπετάν Χρήστου Μπαντουβά.

Η οικογένεια είχε αναπτύξει φιλικές σχέσεις με κατοίκους της Μαχαιράς πολύ πριν τη Μάχη της Κρήτης και έτσι, όταν κυνηγημένοι από τους Γερμανούς δεν μπόρεσαν να βρουν αλλού ασφαλές καταφύγιο, ο Καπετάν Χρήστος Μπαντουβάς έφερε τη γυναίκα του Ζωή και την κόρη τους Ρένα στο χωριό, ενώ ο ίδιος συνέχισε για τα Λασιθιώτικα.

Φιλοξενήθηκαν και κρύφτηκαν για 13 ολόκληρους μήνες από κατοίκους του χωριού με απόλυτη μυστικότητα ενώ κάτοικοι του χωριού συμμετείχαν στην Αντίσταση και πλαισίωσαν τον αγώνα κατά των κατακτητών. Αναπτύχθηκε έτσι ένας πολύ ιδιαίτερος δεσμός μεταξύ των Μπαντουβάδων και των κατοίκων του χωριού.

Μετά την απελευθέρωση, η ίδια η Ρένα Μπαντουβά – Μελά, επισκεπτόταν το χωριό και τιμούσε πάντα με την παρουσία της την επέτειο της Μάχης της Κρήτης, μέχρι που έφυγε στις 10/6/2020 και πάντα εκφραζόταν με ευγνωμοσύνη και θαυμασμό για τους κατοίκους και τον ηρωισμό τους. Χαρακτηριστικό είναι το μοναδικής ιστορικής σημασίας οδοιπορικό που η ίδια η Ρένα Μπαντουβά – Μελά περιγράφει από εκείνα τα χρόνια, σε σημειώσεις της, που κατέγραψε τον Ιούνιο του 2010 και μας διέθεσαν τα παιδιά της. Παρατίθεται αυτούσιο:

Κάθε φορά που αναφερόμαστε στη Μαχαιρά και τους Μαχαιριανούς αισθανόμαστε συγκίνηση και δέος και αναλογιζόμαστε την προσφορά τους στην αντίσταση και στον αγώνα κατά των Γερμανών στη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής.

Ο πρώτος πυρήνας της Αντίστασης στη Μαχαιρά δημιουργήθηκε από τις αρχές Ιουλίου του 1942 από τον Καπετάν Χρήστο Μπαντουβά.

Μετά τον τουφεκισμό του Καπετάν Κώστα Μπαντουβά και την καταστροφή του Μετοχίου Βορού των Μπαντουβάδων στις 28-6-1942 καταφύγαμε στο χωριό Λούκια στο σπίτι της οικογένειας Ντελάκη και απ` εκεί πήγαμε στην παραλία του Αη-Σάββα ,όπου ήταν ο Καπετάν Μανώλης Μπαντουβάς, ο Πετρακογιώργης και άλλοι αγωνιστές, με σκοπό να διεκπεραιωθούμε στη Μέση Ανατολή. Η επιβίωσή μας στο Νομό ήταν αδύνατη γιατί, μετά τον τουφεκισμό των 62 Μαρτύρων και τον μετά βασάνων τουφεκισμό του Μπαντουβόκωστα, ο κόσμος είχε τρομοκρατηθεί και δεν τολμούσε κανείς να βοηθήσει και να στηρίξει την Αντίσταση επειδή έτσι υπέγραφε την καταδίκη του.

Από τον Αη-Σάββα δεν μπορέσαμε να φύγουμε για τη Μέση Ανατολή γιατί προδόθηκε ο τόπος και ειδοποιηθήκαμε ότι έρχονταν 200 Γερμανοί εναντίον μας. Ο Καπετάν Μανώλης Μπαντουβάς και ο Πετρακογιώργης έφυγαν για τον Ψηλορείτη, ο πατέρας μου δεν μπορούσε να πάει μαζί τους γιατί έπρεπε να εξασφαλίσει ασφαλές καταφύγιο για τη Μητέρα μου, που ήταν κι αυτή επικηρυγμένη, και για εμένα που ήμουνα 9 χρονών. Περάσαμε τα Αστερούσια με τα πόδια κάτω από φοβερές συνθήκες χωρίς τροφή και νερό μέσα σε φοβερό κρύο. Τα παπούτσια της Μητέρας μου και τα δικά μου είχαν σκιστεί στα χαράκια και τα πόδια μας έτρεχαν αίματα.

Όταν φτάναμε σε κάποιο χωριό που υπήρχαν συγγενείς ή φίλοι, δεν μας άνοιγαν καν την πόρτα του σπιτιού τους και μας έδιωχναν. Ευγνωμονούμε τον  αντιστασιακό ράπτη Νηστικάκη στο Χάρακα που μας βοήθησε, καθώς και το θείο μας δικηγόρο Νίκο Χατζηδάκη που μας φιλοξένησε μια βραδιά στο χωριό του Παναγιά της Μεσαράς. Η κατάστασή μας ήταν απελπιστική και πολλές φορές οι γονείς μου έχαναν το κουράγιο τους γιατί δεν μας δέχονταν πουθενά.

Σ` αυτή την ψυχολογική κατάσταση είμαστε όταν βρεθήκαμε κοντά στη Γαρίπα. Οι γονείς μου σκέφτηκαν αμέσως σαν σανίδα σωτηρίας τη Μαχαιρά. Στη Μαχαιρά είχαν συντέκνους μυρωτικούς και φίλους από πριν τον πόλεμο και γνώριζαν καλά τη φιλοξενία και την καλοσύνη των Μαχαιριανών.

Μπήκαμε βράδυ στο χωριό και βρήκαμε γαλήνιους και χαρούμενους ανθρώπους να βεγγερίζουν στις πόρτες των σπιτιών τους χωρίς φόβο. Πήγαμε κατ` ευθείαν στο σπίτι του Νίκου και της Μαρίας Μελιμπασάκη που μας υποδέχτηκαν πρόθυμα, μας έδωσαν φαγητό και μείναμε εκεί το βράδυ. Την επομένη ειδοποιήσαμε, ότι είμαστε στο χωριό, την Κρουσταλλένια και τον Αντώνη Μαθιανάκη και τους γιους τους Μανώλη και Βενιζέλο, οι οποίοι και μας πήραν στο σπίτι τους, όντας ανένδοτοι να μας αφήσουν να μείνουμε αλλού, και μας έκρυψαν στο οντά τους. Ο πατέρας μου, εκτός από την οικογένεια Μαθιανάκη που μέναμε σπίτι τους και είχαμε την απεριόριστη στήριξή τους, ζήτησε και ήρθε σε επαφή με τον Γρηγόρη Μακρογαμβράκη, το Στάθη Δασκαλάκη, τον Βασίλη Βαρδαβά, το Νίκο Αποστολάκη και τους είπε ότι είχε δημιουργηθεί αντάρτικο για να πολεμήσει τους Γερμανούς και να ελευθερωθούμε. Τους ζήτησε να βοηθήσουν και να ενταχθούν στον αγώνα και τους συνέστησε μυστικότητα. Δεχτήκανε αμέσως ανεπιφύλακτα και είπαν ότι ήταν πρόθυμοι να προσφέρουν ό,τι τους ζητηθεί. Ήταν μεγάλη ανακούφιση να βλέπει κανείς ανθρώπους ψύχραιμους και ατρόμητους. Έτσι απ` εκείνη τη στιγμή άρχισε η συνεργασία μαζί τους.

          Φύγαμε από τη Μαχαιρά μετά από μερικές μέρες, πήγαμε στην Έμπαρο και φιλοξενηθήκαμε στο σπίτι του Γιάννη Μαντζαβάκη που ήταν συγγενής μας . Ο πατέρας μου ανέβηκε αμέσως στη Λασιθιώτικη Μαδάρα όπου, με τη βοήθεια μεγαλοκτηνοτρόφων της περιοχής όπως οι οικογένειες  των  Βροντινών και των Βουργάκηδων από την Κάτω Σύμη, καθώς και του Γιάννη Μαντζαβάκη που τον ακολουθούσε, οργάνωσε αντιστασιακή Ομάδα από Μπαρίτες, Συμιανούς και Βιαννίτες και το Νοέμβριο του 1942 κάλεσε στα Λσιθιώτικα βουνά από τον Ψηλορείτη, όπου ήταν δύσκολη η παραμονή τους, τον Καπετάν Μανώλη Μπαντουβά με την Ομάδα του και τους αδελφούς του Καπετάν Γιάννη, Νίκο και Ζαχαρία Μπαντουβά. Όλοι μαζί σχημάτισαν ενιαία ανταρτική δύναμη που ανέπτυξε γρήγορα πλούσια αντιστασιακή δράση κατά των Γερμανών.

          Σ` όλο αυτό το διάστημα η Μαχαιρά αποτελούσε σπουδαίο αντιστασιακό προπύργιο. Ήταν ο διαμετακομιστικός σταθμός που φιλοξενούσε και τροφοδοτούσε αντάρτες και Άγγλους τους οποίους προωθούσε στα νότια χωριά και στα παράλια (Αχεντριάς, Τσούτσουρας, Αγ. Απόστολοι κ.λ.π.) για να διαφύγουν στη Μέση Ανατολή και ταυτόχρονα συγκέντρωναν τρόφιμα που τα έστελναν στο λημέρι για τη συντήρηση των ανταρτών.

Η μητέρα μου κι εγώ εν τω μεταξύ κρυβόμαστε κατά καιρούς στα χωριά Μηλιαράδο και Μάρθα και στις αρχές Φεβρουαρίου του 1943 καταφύγαμε στο Σκινιά στο σπίτι του Γιάννη Σημισιακού που ήταν γενναίος και καλός πατριώτης και βρισκόταν συνεχώς μεταξύ λημεριού και Τσούτσουρα για τις ανάγκες της Αντίστασης. Στο Σκινιά, που ήταν κι αυτός δυναμικό ανταρτοχώρι με θερμούς πατριώτες (Παπαδημητρόπουλος Εμμ., Χαμαλάκης Αριστ., Γαλανάκης Ανδρ., Χανιαλάκης Μιχ., Μιζεράκης, Μπριτζολάκης κ.λ.π., για τους οποίους θα μιλήσω εν καιρώ), μείναμε περί τους 6 μήνες. Αρχές Αυγούστου (3 ή 4) του 1943 καταφύγαμε στο σπίτι του Γεωργίου Μπαριτάκη στα Αμιρά Βιάννου. Οι μετακινήσεις αυτές κρίνονταν απαραίτητες για να μη δίνομε στόχο πολύ καιρό στο ίδιο μέρος.

          Μετά τη Μάχη της Σύμης, κατά την οποία ο πατέρας μου ήταν επικεφαλής της ανταρτικής Ομάδας που συγκρούστηκε με τους Γερμανούς τους οποίους στις  12 Σεπτεμβρίου κατανίκησαν, τις εκτελέσεις άμαχων πολιτών από τα βιαννίτικα χωριά και το ολοκαύτωμα της Επαρχίας Βιάννου, φύγαμε κακήν-κακώς η μητέρα μου κι εγώ από τα Αμιρά, χωρίς τα ρούχα μας και χωρίς τροφή. Απ` όπου περνούσαμε μας έδιωχναν και δεν μας δέχονταν πουθενά. Μετά το χωριό Χόνδρο βαδίζαμε νοτιοδυτικά με σκοπό να φτάσουμε στο Σκινιά και από εκεί στη Μαχαιρά. Η κατάστασή μας ήταν απελπιστική γιατί είχαμε πέσει στην απαγορευμένη ζώνη και φοβόμαστε για τη ζωή μας. Καταφέραμε να φτάσουμε στο χωριό Μέση και συναντήσαμε εκεί το δικηγόρο Γιάννη Κονδυλάκη από τη Βιάννο που μας βοήθησε να φτάσουμε στο Σκινιά.

          Κρυφτήκαμε στο εκκλησάκι που είναι στην πλαγιά απέναντι στο χωριό. Από εκεί μας πήρε ο Σημισιακός που ειδοποιήθηκε εν τω μεταξύ και, σε συνεννόηση με το Μακρογαμβράκη το Γρηγόρη και την οικογένεια Μαθιανάκη, μας πήγαν κρυφά στο σπίτι της Γεωργίας Κορνηλάκη που ήταν χήρα , γιατί ο άνδρας της είχε σκοτωθεί στο αλβανικό μέτωπο, και μητέρα δύο ανήλικων παιδιών. Η Γεωργία Κορνηλάκη μετακόμισε με τα παιδιά της στο διπλανό σπίτι του πεθερού της Νίκου Κορνηλάκη και στο δικό της που ήταν ένα μικρό και ένα μεγαλύτερο δωμάτιο μείναμε η μητέρα μου και εγώ, ο θείος μου Μύρων Αγιομυριανάκης και για ένα μικρό χρονικό διάστημα ο κουνιάδος του Μανώλης Λαμπράκης που πολέμησε στη Μάχη της Σύμης και που στις αρχές Νοεμβρίου συνελήφθη από τους Γερμανούς, μεταφέρθηκε στις φυλακές Αγιάς Χανίων όπου και, στο τέλος του ίδιου μηνός, εκτελέστηκε με φρικτά βασανιστήρια. Η οικογένεια Κορνηλάκη μας περιέθαλψε με αυταπάρνηση και αγάπη και μας προσέφεραν το καθημερινό φαγητό μας, ενώ ήξεραν ότι διακινδύνευαν εξ αιτίας μας τη ζωή τους. Εμείς βρισκόμαστε ασφαλισμένοι στο σπίτι της Γεωργίας Κορνηλάκη.

          Εν τω μεταξύ, στις αρχές Νοεμβρίου του 1943 και ύστερα από μεγάλη καταδίωξη, ο Καπετάν Μανώλης Μπαντουβάς, ο πατέρας μου και μερικοί άλλοι έφυγαν για το Κάιρο.

          Έτσι, ενώ ο πατέρας μου βρισκόταν στο Κάιρο, εμείς μέναμε στη Μαχαιρά  φιλοξενούμενοι και προστατευμένοι. Τους πρώτους 6 μήνες είμαστε κλεισμένοι στο σπίτι και ζούσαμε μυστικά και σε απόλυτη σιωπή για να μη γίνει φανερή η παρουσία μας. Τη νύχτα μόνο βγαίναμε στην αυλή και κάναμε μερικά βήματα για να ξεμουδιάζουμε. Η μητέρα μου σ` αυτό το διάστημα ήταν σε επαφή με το κλιμάκιο αντιστασιακών της Μαχαιράς και κατηύθυνε τη δράση τους. Σ` αυτούς προστέθηκαν και άλλοι που έδωσαν την ψυχή τους για την Αντίσταση. Ο αγροφύλακας Βαγγέλης Παπαδάκης, ο Μανώλης Κυριακάκης και η γυναίκα του Ειρήνη, η Γεωργία Κορνηλάκη στο σπίτι της οποίας μείναμε 13 ολόκληρους μήνες, ο Νικόλαος Κορνηλάκης και η γυναίκα του Ελένη καθώς και η κόρη τους Μαρία, ο τυφλός Νίκος Ατσαλάκης, η Μαρία Μακρογαμβράκη σύζυγος του Γρηγόρη, η  Ειρήνη Δασκαλάκη σύζυγος του Στάθη Δασκαλάκη, ο Ηλίας Σεκέρης, μικρασιάτικής καταγωγής, η Μαρία Μαθιανάκη γνωστή ως Κονομομαρία και πολλοί άλλοι .

Ο Καπετάν Γιάννης Μπαντουβάς που εν τω μεταξύ είχε αναλάβει την Αρχηγία των Ανταρτικών Ομάδων και τη συνέχιση του αγώνα, εγκατέλειψε το λημέρι στα Λασιθιώτικα βουνά και οι αντάρτες λημέριαζαν πότε στα Αστερούσια πάνω από τα Καστελλιανά, πότε στα βουνά πάνω από την Κσταμονίτσα και το Αμαριανό και πότε σε κρυφές και απότομες τοποθεσίες στο Λευκοχώρι, στη Χαντρού, στη Μαχαιρά, στο Σκινιά. Οι Αντιστασιακοί της Μαχαιράς συχνά άφηναν τις οικογένειές τους και επάνδρωναν τις Ομάδες ανάλογα με τις ανάγκες τους. Είχαν συνδεθεί με τους άλλους αντιστασιακούς πυρήνες στα χωριά της περιφέρειας. Με τους Μουρτζάκηδες της Χαντρούς, με τους Σμυρνάκηδες από το Λευκοχώρι, με τον Μακάκη από τις Πουλιές, με τον Γιάννη Μανουρά και τους Λαμπράκηδες από το Αρκαλοχώρι, με τον Πετρομιχάλη από τους Βακιώτες καθώς και με τους Αντιστασιακούς του Σκινιά που προανέφερα, και μετέφεραν πολύτιμες πληροφορίες και μηνύματα στον Καπετάν Γιάννη Μπαντουβά.

Στο μεταξύ έγινε γνωστή η παρουσία μας στη Μαχαιρά και διάφοροι Μαχαιριανοί είπαν στον Μακρογαμβράκη και στον Σταύρο Δασκαλάκη:

«Ξέρομε ποιοι είναι αυτοί που μένουν στης Κορνηλάκη το σπίτι. Αφήστε «τους  ανθρώπους να μένουν φανερά στο χωριό γιατί το μικρό παιδί θα «τρελαθεί από την κλεισούρα. Κι εμείς Έλληνες πατριώτες είμαστε και μη φοβούνται».

Και από τότε, περίπου τέλη Μαρτίου του 1944, μέναμε φανερά στη Μαχαιρά.

Όλοι είχαν τα σπίτια τους ανοιχτά για μας και κανείς ποτέ δεν μας έκανε αδιάκριτες ερωτήσεις και όλοι προσπαθούσαν να μας βοηθήσουν. Υπήρχε δηλαδή μια καθολικότητα στη συμμετοχή των ανθρώπων στην υπόθεση της Ελευθερίας της Πατρίδας.

Ο Καπετάν Γιάννης Μπαντουβάς κυκλοφορούσε πλέον φανερά με τους αντάρτες και είχε το επιτελείο του στο σπίτι του Γρηγόρη Μακρογαμβράκη και έφερε κι αυτός την οικογένειά του αρχικά στου Μακρογαμβράκη το σπίτι , στη συνέχεια όμως εγκαταστάθηκε στο σπίτι της Μαρίας Μαθιανάκη ή Κονομομαρίας που ήταν χήρα με ένα παιδί , τον Μανώλη.

Από τη Μαχαιρά περνούσαν σημαντικοί παράγοντες της Εθνικής Αντίστασης, όπως ο Απόστολος Κατεχάκης, ο Νικόλαος Πλεύρης, Ο Κίμων Ζωγραφάκης, Άγγλοι φυγάδες, καθώς και σύνδεσμοι με μηνύματα από τη Μέση Ανατολή. Δύο απ`αυτούς ήταν ο Γρηγόρης Χναράκης και ο Χρήστος Κυριαζής που τους έστειλε ο πατέρας μου για να μας ενημερώσουν ότι είναι καλά και για να μάθει πώς είμαστε εμείς. Μαχαιρά και Σκινιάς ήταν ο άξονας που ένωνε σε μια εποχή πολύ κρίσιμη το Στρατηγείο Μέσης Ανατολής και την Πολιτική Οργάνωση της Αντίστασης στο Ηράκλειο με τους αντάρτες της Ε.Ο.Κ. που δρούσαν στην περιοχή με επικεφαλής τον Καπετάν Γιάννη Μπαντουβά.

          Αξέχαστοι θα μείνουν για πάντα:

          O Γρηγόρης Μακρογαμβράκης, ο Σταύρος Δασκαλάκης, ο Νίκος Αποστολάκης, ο Βασίλης Βαρδαβάς που ποτέ δεν λογάριασαν τον κίνδυνο που εγκυμονούσαν για τις οικογένειές τους και για τη ζωή τους οι ενέργειές τους προκειμένου να φέρουν σε πέρας τις αποστολές που τους αναθέτονταν.

          Ο αγροφύλακας Βαγγέλης Παπαδάκης που με την ιδιότητά του περιφερόταν γύρω-γύρω στη Μαχαιρά, άγρυπνος φρουρός, μη τυχόν και εμφανίζονταν ξαφνικά Γερμανοί για να ειδοποιήσει την Οργάνωση να λάβει τα  μέτρα της.

          Η Γεωργία Κορνηλάκη, που μας είχε στο σπίτι της 13 μήνες και υπέφερε πολλές ταλαιπωρίες εξ αιτίας μας , μη λογαριάζοντας κινδύνους και κόπους ούτε τη ζωή των παιδιών της.

          Ο Νίκος Κορνηλάκης και η οικογένειά του. Είχε χάσει το μοναχογιό του στο αλβανικό μέτωπο, όμως αυτός διαρκώς σιγομουρμούριζε πατριωτικά τραγούδια. Όταν η μητέρα μου του είπε κάποτε ότι ήταν επικίνδυνο να μένουμε στο σπίτι του απάντησε θυμωμένα : «Ντα δεν είσαι του λόγου σου καλύτερη πατριώτισσα από μένα ». Μεγάλη κουβέντα !

          Ο Μανώλης Κυριακάκης και η γυναίκα του Ειρήνη που επί 13 μήνες ερχόταν ανελλιπώς κάθε βράδυ να φέρει τρόφιμα, να μάθει νέα, να μας στηρίξει με κάθε τρόπο και να ζητήσει να τον χρησιμοποιήσουμε όπου χρειαστεί .

         Η Κρουσταλλένια Μαθιανάκη, δυναμική και ενάρετη γυναίκα, ο σύζυγός της Αντώνης και οι γιοι τους Μανώλης και Βενιζέλος που έδωσαν την ψυχή τους για τον αντιστασιακό αγώνα.

          Ο μικρασιάτης Ηλίας Σεκέρης, κάτοικος Μαχαιράς και ηλικίας τότε 18-20 ετών. Ο Ηλίας ήταν ο μόνιμος συνοδός στις μετακινήσεις μας. Πολλές φορές μας μετέφερε πότε στον Αχεντριά (σε μια αποτυχημένη προσπάθεια να φύγομε για τη Μέση Ανατολή) και πότε στους Αγίους Αποστόλους το Σιναϊτικο Μοναστήρι του Πατέρα Θεοφύλακτου Σμυρνιωτάκη ή στη Χαντρού κάποια μεσάνυχτα που ειδοποιηθήκαμε ότι οι Γερμανοί θα έκαναν μπλόκο στη Μαχαιρά ή σε άλλα μέρη, πάντα με προθυμία και θάρρος και χωρίς να λογαριάζει τον κίνδυνο που διέτρεχε .

          Ο τυφλός Νίκος Ατσαλάκης που κρατούσε ένα μακρύ καλάμι για να ανιχνεύει το δρόμο. Μέσα σ` αυτό το καλάμι του έβαζε η μητέρα μου σημειώματα με συνθηματικά μηνύματα προς τον τότε Τοποτηρητή της Μητρόπολης Ηρακλείου Ευγένιο Ψαλιδάκη και τα πήγαινε πάντα με ασφάλεια.

          Η Μαρία Μαθιανάκη ή Κονομομαρία που είχε στο σπίτι της την οικογένεια του Καπετάν Γιάννη Μπαντουβά για 6 μήνες περίπου.

          Η Μαρία Μακρογαμβράκη, γυναίκα του Γρηγόρη, και η Ειρήνη Δασκαλάκη, γυναίκα του Σταύρου, που στάθηκαν κι αυτές στο πλευρό των συζύγων τους και βοηθούσαν με κάθε τρόπο και είχαν το βάρος να φροντίζουν για τους αντάρτες.

          Ο Νίκος και τη Μαρία Μπελιμπασάκη που κι αυτοί συμμετείχαν και βοηθούσαν όσο μπορούσαν.

          Τα παιδιά του Στάθη Δασκαλάκη, του Γρηγόρη Μακρογαμβράκη, τα μικρά παιδιά της Γεωργίας Κορνηλάκη και πολλά άλλα παιδιά του χωριού που μετέφεραν καθημερινά το γάλα από τους Βακιώτες τότε που αρρώστησα και κόντεψα να πεθάνω από πνευμονία.

          Για μένα όλοι αυτοί είναι ήρωες που με αυτοθυσία και ανιδιοτέλεια, με βαθύ και αγνό πατριωτισμό, με μεγαλείο ψυχής και περιφρόνηση του κινδύνου υπηρέτησαν την Ιδέα της Ελευθερίας, πάντα πρόθυμοι και γελαστοί. Το ξεχωριστό που συνέβαινε με τη Μαχαιρά ήταν ότι ολόκληρο το χωριό, νέοι, γέροι, μικροί-μεγάλοι, γυναίκες και άνδρες, μετείχαν στον αγώνα κατά των κατακτητών. Ό,τι κι αν πω είναι κατώτερο, ευτελές, μηδαμινό, μικρό μπροστά σ` εκείνο που πραγματικά συνέβαινε εδώ την εποχή εκείνη.

Όταν χτύπησαν οι καμπάνες της απελευθερώσεως στη Μαχαιρά, όλοι έκλαιγαν από χαρά που έφευγαν οι Γερμανοί κι εγώ , παιδί 11 χρονών, έκλαιγα από λύπη γιατί θάφευγα από τη Μαχαιρά που τους είχα όλους θείους κι θείες.

          Κι αυτό που θάθελα τώρα ειλικρινά θα ήταν να είμαστε πάλι παιδιά, να τρέξουμε στα χωράφια για πετσόκολα με την Ιωάννα, τη Μαρία και την Πραξία Κυριακάκη, με τη Χρυσούλα του Νίκου Αποστολάκη, με τη Μαρία του Στάθη Δασκαλάκη, με την Αριάδνη Μακρογαμβράκη, να πάμε στον κάμπο και στο Μιτσιτσίρι όπως τότε στις αξέχαστες αυτές ηρωικές εποχές .

          Η ευγνωμοσύνη και ο θαυμασμός μας θα είναι παντοτινός για όλου Εσάς.


Ιούνιος 2010

Ειρήνη Μελά Μπαντουβά

Κατηγορίες: Γενικά